Η ατομική διάσταση της ευθύνης

  • Sunday, 19 January 2014

Ο δείκτης της Διεθνούς Διαφάνειας έχει καταξιωθεί σαν σημείο αναφοράς σε θέματα μέτρησης της διαφθοράς. Εκεί η Ελλάδα πιάνει μονίμως πάτο. Ομως, λένε μερικοί, ο δείκτης αυτός δεν μετράει τη διαφθορά άμεσα. Αυτό που μετράει είναι οι απόψεις των ανθρώπων γύρω από το πόσο διαδεδομένη είναι. Τούτο μπορεί να οδηγήσει σε πολύ διαφορετικές αποτιμήσεις των ευρημάτων.


Ετσι, οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι «καλά, δεν έγινε και τίποτα». Και τεκμηριώνουν την ατάραχη θέση τους ως εξής: οι άνθρωποι (ερωτώμενοι άνδρες και γυναίκες) στην ουσία απαντούν με βάση την εικόνα που τα μέσα ενημέρωσης τους έχουν καλλιεργήσει. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, λένε οι ατάραχοι, ο δείκτης διαφθοράς είναι απλός καθρέφτης μιας άποψης – που έχουν προηγουμένως σερβίρει τα μέσα. Αρα, συνεχίζουν, ο συλλογισμός πάσχει από κυκλικότητα.
Η ένσταση αυτή ακούγεται λογικοφανής, αλλά δεν είναι. Η κοινωνία έχει πρόβλημα όχι τόσο επειδή υπάρχει διαφθορά, αλλά επειδή κυριαρχεί η διάχυτη εντύπωση ότι «όλοι τα πιάνουν». Η εντύπωση αυτή δικαιολογεί το δηλητηριώδες συνεπακόλουθο ότι τα (πραγματικά) κίνητρα είναι ιδιοτελή – και συνεπώς ύποπτα. Ετσι προκύπτουν η γενικευμένη καχυποψία και η μηδενιστική αμφισβήτηση κάθε συλλογικής προσπάθειας. Συνεπώς, έχει δίκιο η Διεθνής Διαφάνεια, και χωρίς το ποινικό δελτίο. Η διάχυτη καχυποψία τροφοδοτεί την έλλειψη εμπιστοσύνης. Και αυτή μας οδήγησε στο τέλμα.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει αναλυθεί από οικονομολόγους και πολιτικούς επιστήμονες ως ανεπάρκεια ενός κρίσιμου παραγωγικού και κοινωνικού συντελεστή: του κοινωνικού κεφαλαίου. Τα διαφορετικά αποθέματα κοινωνικού κεφαλαίου μπορούν να ερμηνεύσουν, για παράδειγμα, το γιατί η Βόρεια Ιταλία έχει Αυτοκινητοβιομηχανία και ανάπτυξη, ενώ η Σικελία έχει Μαφία και Μιζέρια. Ή, την εντελώς διαφορετική συμπεριφορά έναντι των νόμων και των κανόνων που δείχνουν οι συμπατριώτες μας όταν ζουν στο εξωτερικό, σε σύγκριση με τις πρακτικές που (ενίοτε οι ίδιοι) υιοθετούν όταν ζουν στην Ελλάδα…
Κάποτε προσπαθούσαμε να φτιάξουμε κοινωνικό κεφάλαιο: το εγχείρημα της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρώπη, αυτό που κάποτε λεγόταν «εκσυγχρονισμός», συνοψίζεται στην προσπάθεια εμπέδωσης ενός κλίματος εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη φέρνει μαζί της πολλά «δώρα»: περιορίζει την αβεβαιότητα, μειώνει τα κόστη οικονομικών συναλλαγών, ενισχύει τον πειραματισμό και την καινοτομία και, τελικώς, θωρακίζει την κοινωνία μέσα από τις αρχές της αμοιβαιότητας και συνεργασίας. Τροφοδοτεί έναν ενάρετο κύκλο, μια αναπτυξιακή τροχιά. Η προσπάθεια αυτή είχε αποκορύφωμα –ίσως– τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.
Μόλις δέκα χρόνια μετά, όλα αυτά έχουν γίνει συντρίμμια και πρέπει να ξεκινήσουμε ξανά από την αρχή. Το κοινωνικό κεφάλαιο που συγκεντρώσαμε σταδιακά, σωρευτικά και με μεθοδικότητα, καταστράφηκε –δυστυχώς– απότομα και καταλυτικά. Τώρα το ερώτημα μπροστά μας είναι πολύ πιο δύσκολο: Πώς να ξαναχτίσουμε την εμπιστοσύνη που εμείς οι ίδιοι (με τόση ελαφρότητα) γκρεμίσαμε;
Το χτίσιμο έχει δυσκολίες και απαιτήσεις. Δεν αρκούν εντυπωσιασμοί και πυροτεχνήματα. Ο πολίτης στην καθημερινότητά του πρέπει να βλέπει επαναλαμβανόμενα χειροπιαστά παραδείγματα. Μόνο τότε και σταδιακά θα πείθεται ότι τα πράγματα αλλάζουν. Αυτό που είναι δίπλα μας, αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που μετράει… Το κοινωνικό κεφάλαιο χτίζεται με εργαλείο την ισονομία ως καθημερινό βίωμα και όχι ως σημαία ευκαιρίας…
Για τον λόγο αυτό, ήταν πολύ σημαντική η αντίδραση του (ακόμα ανώνυμου) αστυνομικού που συνέλαβε τον Μ. Λιάπη, αψηφώντας το γνωστό «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Η πράξη αυτή υπογράμμισε την ατομική διάσταση της ευθύνης.
Για να αποδώσει, όμως, αυτή η προσπάθεια, πρέπει να μην είναι η μία και δακτυλοδεικτούμενη εξαίρεση. Πρέπει να γίνεται σε όλους τους τομείς και χώρους ταυτόχρονα. Η περίπτωση χρηματισμού στο «Αγλαΐα Κυριακού» ήταν δίκοπο μαχαίρι: Από τη μια πλευρά, συνελήφθη κάποιος για δωροδοκία (θετικό). Από την άλλη όμως, διαπιστώθηκε ότι οι τοποθετήσεις ατόμων σε τέτοιες θέσεις ευθύνης γίνονται ακόμα και στις μέρες μας (στο βάθος της κρίσης) με κριτήρια διευθέτησης του πολιτικού χρήματος… (πολύ αρνητικό).
Η αντίδραση του κ. Τομπούλογλου «μα καλά, κορόιδο είμαι εγώ;» παραπέμπει στην εμπεδωμένη πεποίθησή του ότι ο ίδιος ατομικά έπαιζε τον ρόλο του διευκολυντή σε ένα «μεγάλο κόλπο», από το οποίο θεωρούσε ότι εδικαιούτο να επωφεληθεί και εκείνος προσωπικά…
Οσο κι αν είναι απαραίτητοι οι άνθρωποι σαν τον αστυνομικό της υπόθεσης Μ. Λιάπη, δεν επαρκούν… Αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού, να γίνουν απλοί, διαφανείς και κατανοητοί σε όλους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απλούστευση της παρέμβασης του κράτους και η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας. Καθυστερήσεις σε διοικητικά θέματα μπορούν να δημιουργηθούν σε κάθε χώρα. Σε κάποιες χώρες όμως το μήνυμα που εισπράττει ο πολίτης που ταλαιπωρείται είναι πως δεν πέτυχε το σωστό γρηγορόσημο, ενώ σε κάποιες άλλες το μήνυμα είναι ότι ίσως αρρώστησε ο υπάλληλος που χειρίζεται το θέμα.
Η διαφθορά θα έχει καταπολεμηθεί όταν οι περιπτώσεις που αποκαλύπτονται θα εγγράφονται στο μυαλό μας σαν εξαιρέσεις του κανόνα και όχι σαν άλλη μια υπενθύμιση της «συνέχειας του κράτους»… Για να μπορούμε να πούμε ότι πετύχαμε, πρέπει ο καθένας και η καθεμία που αντιστέκονται σε καταστάσεις διαφθοράς να μην αποτελούν δακτυλοδεικτούμενη ηρωική εξαίρεση, αλλά απλό δείγμα μιας αυτονόητης συμπεριφοράς.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφμερίδα των Συντακτών.